Έλληνες χαράκτες στον εικοστό αιώνα
Χώρος: Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ύδρας
Τοποθεσία: Ύδρα
Εγκαίνια: 05 Ιουλ 2003
Διάρκεια: 05 Ιουλ 2003 - 31 Αυγ 2003

Έλληνες χαράκτες στον εικοστό αιώνα

Οι συλλογές των δύο τραπεζών, από τις οι οποίες προέρχονται τα 141 έργα των 116 Ελλήνων καλλιτεχνών που παρουσιάζονται στην έκθεση θεωρούνται μουσειακού επιπέδου και αποτελούν σημείο αναφοράς σε ό,τι αφορά την ελληνική χαρακτική. Οι συλλογές αυτές απλώνονται στο ευρύτερο φάσμα της ελληνικής καλλιτεχνικής έκφρασης και περιλαμβάνουν έργα όλων των Νεοελλήνων καλλιτεχνών που δημιούργησαν μέσα από τη χάραξη. Εκτός από τα χαρακτικά έργα, στις συλλογές εντάσσονται εκδόσεις βιβλίων και λευκωμάτων, εικονογραφημένες με πρωτότυπα χαρακτικά, τα οποία έχουν τυπωθεί και αυτά σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, και οτιδήποτε άλλο συνδέεται με τη δημιουργία ενός χαρακτικού έργου (εργαλεία χάραξης, χαρακτικές πλάκες, σχέδια, δοκίμια κτλ.).

Η έκθεση παρουσιάζει την ιστορία της νεοελληνικής χαρακτικής από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα, αναδεικνύοντας τις τάσεις τις οποίες διαπέρασαν τα έργα των καλλιτεχνών που διάλεξαν να εκφραστούν μέσα από τη χαρακτική.

Η Ειρήνη Οράτη, επιμελήτρια της έκθεσης, σε σχετικό κείμενό της, σημειώνει για την εξέλιξη της χαρακτικής στην Ελλάδα: "Η χαρακτική στην Ελλάδα ήταν σχετικά άγνωστη και στις αρχές του 20ού αιώνα είχε εφαρμογές μόνο στην εικονογράφηση βιβλίων ή περιοδικών από επαγγελματίες τεχνίτες ξυλογράφους, οι οποίοι μετέφεραν έργα ξένων ή και Ελλήνων καλλιτεχνών σε έντυπα [...] Στις αρχές του αιώνα, η μαθητεία σε σχολές της Ευρώπης (τη Γαλλία, τη Γερμανία, και την Αυστρία) κάποιων ζωγράφων, οι οποίοι πήραν μαθήματα χαρακτικής, είναι τυχαίο φαινόμενο. Οι περισσότεροι από τους πρώτους Έλληνες χαράκτες παρακολούθησαν αποσπασματικά μαθήματα σε ελεύθερα εργαστήρια ή ήταν αυτοδίδακτοι στη χαρακτική. Αυτό δεν τους εμπόδισε στις περισσότερες περιπτώσεις να εκφραστούν παράλληλα με τη ζωγραφική και με τη χαρακτική, και άλλοτε αποκλειστικά μέσα από αυτή. Στην πρώτη περίπτωση τα χαρακτικά συμπορεύονται με τη ζωγραφική τους, ενώ στη δεύτερη διακρίνονται από μια σχεδιαστική αντίληψη. Δεν είναι τυχαίο ότι, εκτός από την περίπτωση του Μάρκου Ζαβιτσιάνου, που ασχολήθηκε αποκλειστικά με την εικονογράφηση βιβλίων, στο έργο των υπόλοιπων πρώτων χαρακτών παρατηρούνται παράλληλες πορείες ζωγραφικής και χαρακτικής με αντίστοιχα αποτελέσματα. Ζωγραφική αντίληψη έχουν οι περισσότερες οξυγραφίες του Λυκούργου Κογεβίνα, χειρισμός χαρακτικού έργου διακρίνει τους πίνακες του Δημήτρη Γαλάνη.

[...] Η δεκαετία 1925-1935 είναι η περίοδος κατά την οποία η χαρακτική στην Ελλάδα γίνεται πραγματικά αυτόνομη. Οι πρώτοι αυτοί χαράκτες δεν άφησαν επιγόνους (όπως αργότερα ο Γιάννης Κεφαλληνός), ούτε χαρακτηρίζονται από κοινά στοιχεία γραφής, η παρουσία τους όμως σηματοδοτεί την εδραίωση της χαρακτικής, τη διάδοση και την εξέλιξή της. Παράλληλα, το επίσημο κράτος υποχρεώνεται να δραστηριοποιηθεί στον τομέα της ειδικευμένης εκπαίδευσης των καλλιτεχνών και να επανιδρύσει την έδρα της Χαρακτικής στη Σχολή Καλών Τεχνών το 1932.

Τα έργα των πρώτων Ελλήνων χαρακτών ακολουθούν ποικίλες κατευθύνσεις και έχουν κοινά και αναγνωρίσιμα στοιχεία που δεν μπορούν όμως να χαρακτηριστούν πρωτοποριακά. Είναι οι πρώτοι που πειραματίζονται με τις τεχνικές και προσπαθούν να εξουδετερώσουν δυσκολίες που προέκυπταν από την έλλειψη υλικών, την κακή ποιότητα των χαρτιών, την ανυπαρξία εργαστηρίων.

[...] Αν ο Γαλάνης είναι ο χαράκτης που έκανε πραγματικότητα τη χαρακτική στην Ελλάδα, ο Γιάννης Κεφαλληνός είναι ο καλλιτέχνης που δημιούργησε την πρώτη γενιά Ελλήνων χαρακτών. Απόλυτος δάσκαλος, ακούραστος, μεταδοτικός, πολύπλοκος είναι αυτός που καθόρισε την ελληνική φυσιογνωμία της χαρακτικής. Σαν δημιουργός αφοσιώθηκε στην τέχνη του βιβλίου, και αυτό είναι το πεδίο στο οποίο μετράει κανείς την προσφορά του. Τα χαρακτικά του είναι σχετικά λίγα. Ο Κεφαλληνός δεν επηρέασε, διαμόρφωσε τους σπουδαστές που τον παρακολούθησαν από το 1933 ως το 1957.

[...] Τα μεταπολεμικά χρόνια, καθώς η χαρακτική αποκτά διεθνή χαρακτήρα, οι τάσεις διαφοροποιούνται, απελευθερώνονται και γίνονται πολυδιάστατες. Την πρώτη δεκαετία διατηρείται ένας ελληνοκεντρικός χαρακτήρας στις θεματικές επιλογές. Η απεικόνιση του ελληνικού τοπίου και η χρήση του χρώματος είναι δύο στοιχεία που χαρακτηρίζουν την περίοδο 1950-1960.

Αργότερα, επιφυλακτικά στην αρχή, με μεγαλύτερη ευκολία στη συνέχεια, οι σύγχρονες ευρωπαϊκές τάσεις βρίσκουν αποδέκτες και στην Ελλάδα. [...] Τις περισσότερες φορές όμως οι νεότεροι καλλιτέχνες καταφέρνουν να διηθήσουν και να διαφοροποιήσουν δημιουργικά τις επιρροές αυτές, επιλέγοντας με μέτρο και εναρμονίζοντας στοιχεία καινά με φόρμες δεδομένες. Οι πολλαπλές τεχνικές, η προσθήκη επιπλέον υλικών πάνω στο τυπωμένο χαρτί, οι επιζωγραφίσεις, τα μοναδικά τυπώματα και αργότερα η χρήση των υπολογιστών, έχουν φέρει στο πεδίο της χαρακτικής αμέτρητα νέα στοιχεία.

Το χαρακτικό έργο, με τη δυνατότητά του να υπάρχει σε πολλά αντίτυπα, σφραγίζει πολύ πιο άμεσα την προσωπικότητα του δημιουργού. Με τη δυνατότητα οικειοποίησης οποιασδήποτε νέας ή και νεωτεριστικής τάσης, προκύπτει η δυσκολία της ενσωμάτωσής της στην αναγνωρίσιμη γραφή του καλλιτέχνη. Οι Έλληνες χαράκτες, ακόμα και χωρίς την ύπαρξη κάποιας παράδοσης από την οποία να αντλούν και στην οποία να αναφέρονται, βρίσκονται πολύ περισσότερο εκτεθειμένοι στην εύκολη υιοθέτηση έτοιμων συνταγών. Οι περισσότεροι όμως διαμορφώνουν έναν προσωπικό κώδικα γραφής και προσθέτουν στοιχεία τα οποία μεταγράφουν και τροποποιούν ο καθένας μέσα από τη δική του αισθητική".


Σχόλια:

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
See more arrow
Share

Please enter valid email